Από το Άουσβιτς στη Γάζα και το Ιράν: η αντιστροφή της αντιφασιστικής νίκης
Ο κλονισμός της διεθνούς τάξης που νίκησε τον ναζισμό, αλλά όχι την αποικιοκρατία
Η νίκη του 1945, το φρένο στη Δύση και η υπόσχεση της αποαποικιοποίησης
Η απελευθέρωση του Άουσβιτς από τον Κόκκινο Στρατό στις 27/01/1945 δεν σματοδότησε απλά το τέλος ενός στρατοπέδου εξόντωσης και προοίμιο της ήττας του ναζιστικού κτήνους. Αποτέλεσε το ιστορικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η μεταπολεμική διεθνής τάξη, ο ΟΗΕ και —κυρίως— το κύμα αποαποικιοποίησης που ακολούθησε. Η ήττα του ναζισμού απονομιμοποίησε όχι μόνο τον φασισμό ως καθεστώς, αλλά συνολικά την ιδέα ότι η κυριαρχία και η εξόντωση λαών μπορούν να αποτελούν θεμιτά εργαλεία πολιτικής.
Αυτή η ρήξη ήταν πραγματική. Η ήττα του ναζισμού δεν ήταν απλή αλλαγή ισορροπίας δυνάμεων, αλλά οριοθέτηση της ίδιας της Δύσης: για πρώτη φορά στην ιστορία, η ανοιχτή γενοκτονική βία και η απευθείας αποικιακή κυριαρχία απονομιμοποιήθηκαν θεσμικά και ιδεολογικά. Ο κόσμος που γεννήθηκε το 1945 δεν ήταν συνέχεια του 1939 με άλλα μέσα, αλλά προϊόν της έντασης απελευθερωτικών αγώνων, της ύπαρξης της ΕΣΣΔ και των εσωτερικών μετασχηματισμών της ίδιας της δυτικής κοινωνίας.
Όμως η ρήξη αυτή δεν κατάργησε τη λογική που συμπύκνωσε ο ναζισμός —ως κατάληξη τεσσάρων αιώνων δυτικής αποικιοκρατίας, δουλεμπορίου και γενοκτονιών— αλλά μόνο την πιο ακραία ευρωπαϊκή της μορφή. Η Δύση αναγκάστηκε να αναζητήσει διαφορετικές μορφές για να διατηρήσει την παγκόσμια κυριαρχία της, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε προσωρινές υποχωρήσεις. Η αποικιακή σχέση εξουσίας δεν καταργήθηκε· μετασχηματίστηκε σε νέα θεσμικά σχήματα και οικονομικούς μηχανισμούς.
Το σύστημα του Bretton Woods, τα δάνεια με όρους «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων», τα πραξικοπήματα κατά κυβερνήσεων που επιχείρησαν οικονομική αυτονομία—από το Ιράν του Μοσαντέκ το 1953 μέχρι τη δολοφονία του Λουμούμπα στο Κονγκό—ήταν εργαλεία αυτού του μετασχηματισμού. Η τυπική ανεξαρτησία συνυπήρχε με νέες μορφές κυριαρχίας.
Αυτή η ισορροπία διατηρήθηκε όσο υπήρχε η «σοβιετική απειλή». Όμως, η κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1991 θεωρήθηκε από τη Δύση ως ευκαιρία για επανάκτηση αυτού που απολάμβανε πριν το 1945: μονοπολική ικανότητα όχι μόνο να παρεμβαίνει στρατιωτικά χωρίς αντίβαρο, αλλά και να ορίζει μονομερώς τους όρους της διεθνούς νομιμότητας. Η «μονοπολική στιγμή» δεν μπορεί να ιδώνεται σαν απλή συνέχεια του Ψυχρού Πολέμου — ήταν επιχείρηση αντιστροφής των οριοθετήσεων που είχε επιβάλει η περίοδος 1945–1991.
Έτσι, το «Ποτέ ξανά», που αναδύθηκε όταν ο κόσμος αντίκρισε την φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσησης, αποδείχθηκε τελικά επιλεκτική υπόσχεση: ισχυρή όσο η Δύση αντιμετώπιζε πραγματικό αντίβαρο — και προσωρινή αναστολή μόλις αυτό το αντίβαρο εξαφανίστηκε.
Η μεταπολεμική τάξη χωρίς αντίβαρα: από τους θεσμούς στην ηγεμονία των ΗΠΑ
Σήμερα η αντίφαση είναι εκκωφαντική. Τη στιγμή που διεθνείς θεσμοί που δημιουργήθηκαν ακριβώς για να αποτρέπουν μαζικές καταστροφές λαών παραμένουν αδρανείς, αποκαλύπτεται, με τον πλέον τραγικό τρόπο, ότι η διεθνής τάξη δεν στηρίζεται σε καθολικές αρχές, αλλά σε γεωπολιτικούς συσχετισμούς. Αυτό η πραγματικότητα συνιστά «συνέχεια μέσα στη ρήξη» με τον μεταπολεμικό κόσμο.
Ήδη από τα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, τα ανθρώπινα δικαιώματα εργαλειοποιήθηκαν ως ιδεολογικό όπλο απέναντι στη Σοβιετική Ένωση. Η Δύση αξίωσε να ορίζει τι συνιστά «δικαίωμα», συρρικνώνοντας συστηματικά το κοινωνικό του περιεχόμενο: εργασία, κατοικία, υγεία, παιδεία. Παράλληλα, περιορίστηκε και η ίδια η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι μετά το 1948, τα ανθρώπινα δικαιώματα χωρίστηκαν θεσμικά σε δύο διαφορετικά Σύμφωνα του ΟΗΕ: το ένα για ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το άλλο για οικονομικά και κοινωνικά. Η Δύση ανέδειξε το πρώτο ως πυρήνα της «ελευθερίας» και αντιμετώπισε το δεύτερο ως μη δεσμευτική ευχή. Έτσι, η φτώχεια, η ανεργία και η υγειονομική κατάρρευση μπορούσαν να θεωρούνται «εσωτερικές αποτυχίες», όχι ταξικές στρατηγικές.
Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ όμως μετέτρεψε αυτό το ιδεολογικό όπλο σε κανονιστικό μονοπώλιο. Χωρίς πλέον το σοβιετικό αντίβαρο που υποχρέωνε τη Δύση σε διπλωματικούς συμβιβασμούς και θεσμικές παραχωρήσεις, τα «ανθρώπινα δικαιώματα» μετατράπηκαν από πεδίο διεκδίκησης σε αδιαμφισβήτητο κριτήριο νομιμοποίησης παρεμβάσεων: ο πρώτος πόλεμος του Κόλπου και ο πρώτος πόλεμος της Γιουγκοσλαβίας ήταν τα αρχικά πεδία πειραματισμού. Η Δύση δεν χρειαζόταν πλέον να δικαιολογείται— της αρκούσε να ορίζει.
Σταδιακά επιστρέψαμε σε μια αντίληψη πολίτη ως φορέα δικαιωμάτων μόνο στο μέτρο που του τα αναγνωρίζει η εξουσία — και σε μια «δημοκρατία» που θυμίζει περισσότερο εκείνη της Αγγλικής Επανάστασης: των ιδιοκτητών και των «ικανών», όχι των λαών. Παράλληλα, στο διεθνές επίπεδο, επανεμφανίστηκε η λογική του αποικιοκρατικού διεθνούς δικαίου που αναδύθηκε με την ανακάλυψη της Αμερικής και κράτησε μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα: μια ιεράρχηση κρατών μεταξύ «πολιτισμένων» και «μη πολιτισμένων», όπου μόνο οι πρώτοι δικαιούνται πλήρη κυριαρχία και οι δεύτεροι υπόκεινται σε «διεθνή κηδεμονία».
Η Σοά ως «πολιτική θρησκεία» και κανονιστικό φίλτρο μνήμης
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μνήμη της Σοά απέκτησε χαρακτήρα πολιτικής θρησκείας. Όχι ως καθολική προειδοποίηση για το πού οδηγεί η αποικιακή λογική της εξόντωσης, αλλά ως κανονιστική αξίωση της Δύσης να ορίζει ποια εγκλήματα συγκροτούν την παγκόσμια ηθική συνείδηση, ποια κράτη αξίζουν άνευ όρων αλληλεγγύη και ποιοι λαοί παραμένουν αόρατοι.
Η μετατροπή αυτή συνέπεσε σχεδιασμένα με την ίδια ιστορική συγκυρία που επέτρεψε στον Ευρωατλαντικό κόσμο να μονοπωλήσει τον ορισμό των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Από τη δεκαετία του 1990 και μετά, η μνήμη του Ολοκαυτώματος λειτούργησε ως ηθικό θεμέλιο για μια νέα κανονιστική τάξη: η Δύση, διεκδικόντας το ρόλο του αποκλειστικού κληρονόμου του αντιναζιστικού αγώνα, αναδείχθηκε σε φύλακα της παγκόσμιας ηθικής—και ταυτόχρονα σε μοναδικό ερμηνευτή του τι συνιστά απάνθρωπη βία.
Έτσι, η Σοά αποκόπηκε από το ιστορικό της πλαίσιο—τη μακρά ιστορία ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, γενοκτονιών και δουλεμπορίου—και μετατράπηκε σε μοναδικό, ασύγκριτο γεγονός. Αυτή η «μοναδικοποίηση» δεν υπηρετούσε την ιστορική μνήμη, αλλά την πολιτική χρήση της: επέτρεπε στη Δύση να παρουσιάζει τον εαυτό της ως αντίθετο πόλο του ναζισμού—παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο ναζισμός ήταν η επιστροφή των αποικιακών μεθόδων στην ίδια την Ευρώπη.
Ακόμα και το ποιος «δικαιούται» να φέρει τη μνήμη μετατράπηκε σε πεδίο επιβολής ιμπεριαλιστικής πειθαρχίας — στοιχείο μιας ευρύτερης πολιτικής που ιεραρχεί όχι μόνο ζωές, αλλά και τραύματα. Κράτη που υπέστησαν ναζιστική κατοχή και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως η Ρωσία—που πλήρωσε το υψηλότερο τίμημα σε ανθρώπινες ζωές—αποκλείονται σήμερα από τις επίσημες τελετές μνήμης. Αντίθετα, το Ισραήλ, που διαπράττει γενοκτονία στη Γάζα, προσκαλείται ως τιμώμενος φορέας αυτής της μνήμης.
Αυτή η κανονιστική ιεράρχηση της μνήμης παράγει πολύ συγκεκριμένες πολιτικές συνέπειες στο παρόν: καθορίζει ποια βία είναι αποδεκτή, ποια παραμένει αόρατη, και—κρίσιμα—ποια βία νομιμοποιείται ως «αναγκαία» για την προστασία της ίδιας της μνήμης του Ολοκαυτώματος.
Από τις «αφηγήσεις» στις επεμβάσεις: R2P και κατασκευή συναίνεσης
Σε αυτό το σημείο, η Γάζα δεν μπορεί να ιδωθεί ως αποκομμένο γεγονός, αλλά ως σύμπτωμα της σημερινής προσπάθειας διατήρησης δυτικής κυριαρχίας. Παρά τις προσδοκίες ότι «τα προσχήματα κατέρρευσαν με την γενοκτονία», βλέπουμε πόσο βαθιά ριζωμένη παραμένει η ικανότητα της Δύσης να ορίζει το πλαίσιο της αφήγησης.
Οι ΗΠΑ δεν χρειάζονται πάντα μαζικές στρατιωτικές εισβολές. Ο οικονομικός στραγγαλισμός, η καλλιέργεια εσωτερικής αποσταθεροποίησης και η διαχείριση της πληροφορίας λειτουργούν ως εξίσου αποτελεσματικά εργαλεία. Στο Ιράν, δεκάδες χιλιάδες «νεκροί» μπορούν να εμφανιστούν ως δεδομένο απλώς επειδή το αναπαράγουν BBC, CNN, Reuters και Guardian — την ίδια στιγμή που τα ίδια μέσα αμφισβητούν ακόμα και σήμερα καταλόγους δεκάδων χιλιάδων θυμάτων με ονοματεπώνυμο στη Γάζα. Και όλα τα ποντίκια της Δύσης ακολουθούν τον ρυθμό του φλάουτου των ΜΜΕ του ιμπεριαλισμού.
Συνιστά υποτίμηση να χαρακτηρίζεται απλά σαν «προπαγάνδα» το σύμπλεγμα διαχείρισης της πληροφορίας και οικοδόμησης των αφηγήσεων μέσα από τα οποία διαβάζουμε τα γεγονότα. Επί της ουσίας συνιστά μια μορφής νομικοπολιτική προετοιμασία. Γιατί χωρίς κατασκευή ηθικής αναγκαιότητας, καμία επέμβαση δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως «προστασία».
Το 1990 στο Κουβέιτ, η ιστορία των «μωρών που πετάχτηκαν από θερμοκοιτίδες» αποδείχθηκε κατασκευασμένη από εταιρεία δημοσίων σχέσεων. Το 2003, ο Κόλιν Πάουελ παρουσίασε στον ΟΗΕ «αποδείξεις» για όπλα μαζικής καταστροφής που δεν υπήρχαν. Και στις δύο περιπτώσεις, τα ΜΜΕ λειτούργησαν ως πολλαπλασιαστές κρατικής αφήγησης, όχι ως «ελεγκτές της εξουσίας».
Η «Ευθύνη Προστασίας» (Responsibilty to Protect-R2P) απευθύνεται σε δύο ακροατήρια: στους λαούς της Δύσης, ώστε να μην αντιδρούν — και στις ελίτ εκτός Δύσης, των οποίων η εξουσία εξαρτάται από τη διεθνή αναγνώριση και τα συμπλέγματα ασφαλείας που τις προστατεύουν από τους ίδιους τους λαούς τους.
Η πιο χαρακτηριστική εφαρμογή της R2P ήταν η Λιβύη το 2011: από εντολή «προστασίας αμάχων» σε πλήρη στρατιωτική υποστήριξη αλλαγής καθεστώτος, με αποτέλεσμα τη διάλυση του κράτους, την εξάπλωση ένοπλων πολιτοφυλακών και την επιστροφή της δουλεμπορίας. Αντίθετα, σε περιπτώσεις όπως η Υεμένη ή η Παλαιστίνη, η R2P απλώς δεν υφίσταται ως έννοια.
Όμως η R2P δεν είναι μια ιστορία του παρελθόντος. Τον Ιανουάριο του 2026, βλέπουμε μια συντονισμένη προσπάθεια να παρουσιαστούν οι διαδηλώσεις στο Ιράν ως μαζική σφαγή, στα όρια της «γενοκτονίας», από το Ιρανικό κράτος. Αντικειμενικός στόχος είναι να επανενεργοποιηθεί το ίδιο σενάριο νομιμοποίησης στρατιωτικής επέμβασης, λίγους μόλις μήνες μετά τον πόλεμο των 12 ημερών που εξαπέλυσαν ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν χωρίς να πετύχουν τους στόχους τους.
Η εκτίμηση αυτή δεν προκύπτει απλώς από ανάλυση προθέσεων: πλήθος δημοσιευμάτων καταγράφουν τη μεταφορά αμερικανικού στόλου από τη Νότια Σινική Θάλασσα προς τον Περσικό Κόλπο ήδη πριν τις 20 Ιανουαρίου, ενώ ταυτόχρονα διαρρέουν ανοιχτά πληροφορίες για συζητήσεις ΗΠΑ–Ισραήλ σχετικά με τον τρόπο και το εύρος ενός πιθανού πλήγματος. Η αφήγηση περί «ανθρωπιστικής καταστροφής» προηγείται —και συνοδεύει— τη στρατιωτική προετοιμασία.
Ταυτόχρονα o Chris Hedges επισημαίνει ότι η ένταση της βίας, της αυταρχικοποίησης και της ακραίας κρατικής καταστολής στο εσωτερικό των μητροπόλεων της Δύσης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον ιμπεριαλισμό:
Αυτό που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι αυτό που ο Aimé Césaire ονόμασε «ιμπεριαλιστικό μπούμερανγκ». Οι αυτοκρατορίες, όταν βρίσκονται σε παρακμή, εφαρμόζουν στο εσωτερικό τους τις ίδιες βάρβαρες μορφές ελέγχου που χρησιμοποιούν εναντίον όσων υποτάσσουν στο εξωτερικό — ή εναντίον όσων η ίδια η κοινωνία έχει δαιμονοποιήσει στο όνομα της «τάξης και της ασφάλειας».
Οι εξωδικαστικές δολοφονίες από τις δυνάμεις του ICE στις ΗΠΑ, η επέκταση του «αντιτρομοκρατικού» ποινικού δικαίου στην Ευρώπη και οι στρατιωτικοποιημένες επιχειρήσεις κατά μεταναστών στη Μεσόγειο το επιβεβαιώνουν ωμά. Κι όμως, ακόμη και αυτή η επιστροφή της βίας δεν αρκεί για να κάμψει την πίστη μεγάλων τμημάτων των δυτικών λαϊκών τάξεων στις κυρίαρχες αφηγήσεις για τον «έξω κόσμο».
Το υπόστρωμα αυτής της πίστης δεν είναι μόνο ιδεολογικό. Είναι βαθιά υλικό και κοινωνικό. Από τη μία, η καλλιεργημένη πεποίθηση ότι —παρά τις ατέλειες— μόνο οι δυτικές «φιλελεύθερες» πολιτικές μορφές μπορούν να χωρέσουν λαϊκή κυριαρχία. Από την άλλη, η απόσταση στο βιοτικό επίπεδο ανάμεσα στον Βορρά και τον Νότο λειτουργεί ως αντικίνητρο αμφισβήτησης της ιμπεριαλιστικής λεηλασίας που την τροφοδοτεί. Η υλική βάση του «καλά είμαι εδώ» γίνεται έτσι μηχανισμός πολιτικής ακινησίας απέναντι σε πολέμους που διεξάγονται αλλού, αλλά στο όνομα όλων.
Το τέλος της μονοπολικής στιγμής και η βίαιη διατήρηση της ηγεμονίας
Η σημερινή επιθετικότητα της Δύσης δεν μπορεί να κατανοηθεί απλώς ως συνέχεια της μονοπολικής στιγμής του 1991. Είναι αντίθετα προϊόν της κάμψης αυτής της στιγμής. Η ανάδυση νέων οικονομικών και γεωπολιτικών πόλων—πρωτίστως η Κίνα, δευτερευόντως η Ρωσία—δεν συγκροτεί ούτε εναλλακτικό ιμπεριαλισμό ούτε αντι-ιμπεριαλιστική συμμαχία. Ωστόσο, αμφισβητεί κάτι κρίσιμο: τους όρους με τους οποίους διεξάγεται η διεθνής συσσώρευση και η διεθνοποίηση κεφαλαίου υπό τη δυτική ηγεσία.
Για τέσσερις δεκαετίες, η παγκόσμια οικονομία λειτούργησε βάσει κανόνων που επέτρεπαν στη Δύση να εξασφαλίζει ασύμμετρα οφέλη: από την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων που προστατεύει τις δυτικές επενδύσεις αλλά εκθέτει τις αναπτυσσόμενες οικονομίες σε κρίσεις, και τη δολαριοποίηση του εμπορίου που μετατρέπει το δολάριο σε εργαλείο οικονομικού πολέμου (κυρώσεις, αποκλεισμός από SWIFT), μέχρι τον έλεγχο της ασφάλισης της διεθνούς ναυσιπλοϊας, που καθορίζει σε ποιο λιμάνι μπορεί να πιάσει κάθε καράβι. Η Κίνα, αναπτύσσοντας εναλλακτικά δίκτυα εμπορίου (Belt and Road), πρωτόλεια συστήματα πληρωμών (CIPS) και περιφερειακές τράπεζες (AIIB, Τράπεζα των BRICS), δεν προτείνει μια διαφορετική κοινωνική τάξη—αλλά απειλεί την αποκλειστικότητα των δυτικών μηχανισμών συσσώρευσης.
Η αντίδραση της Δύσης δεν είναι η πορσαρμογή, αλλά η παρεμπόδιση αυτής τη μετάβασης με κάθε μέσο. Από οικονομικές κυρώσεις που στοχεύουν στην αποσύνδεση (decoupling) της Κίνας, μέχρι στρατιωτική περικύκλωση (AUKUS, επέκταση ΝΑΤΟ στην Ασία-Ειρηνικό), και πολέμους δι’ αντιπροσώπων [proxy] σε περιοχές κλειδιά για τις κινεζικές εμπορικές οδούς. Το Ιράν δεν είναι απλώς στόχος λόγω «πυρηνικού προγράμματος», αλλά επειδή αποτελεί κόμβο μιας εναλλακτικής γεωοικονομικής αρχιτεκτονικής: η σύνδεση Κίνας-Ρωσίας-Ιράν περιορίζει τον καθολικό έλεγχο της Δύση σε καθοριστικά ενεργειακά και εμπορικά δίκτυα.
Αυτή η δυναμική εξηγεί γιατί η Δύση δεν διστάζει πλέον να χρησιμοποιεί μεθόδους που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν υπερβολικές: η γενοκτονία στη Γάζα, οι απειλές πυρηνικού πολέμου, οι εξωδικαστικές δολοφονίες, η συστηματική αθέτηση διεθνών θεσμών. Δεν πρόκειται για «σφάλματα» ή «υπερβολές», αλλά για μετάβαση σε φάση όπου η διατήρηση της ηγεμονίας απαιτεί βία σε ένταση και βάθος που δεν ήταν απαραίτητα όταν η ηγεμονία ήταν αδιαμφισβήτητη.
Η ιστορική παραλληλία είναι εμφανής: όπως οι παλιές αυτοκρατορίες—Βρετανική, Γαλλική, Οθωμανική—έγιναν πιο βίαιες καθώς η παρακμή τους γινόταν αισθητή, έτσι και η αμερικανική ηγεμονία αντιδρά στην κάμψη της με κλιμάκωση της βίας. Η διαφορά είναι ότι αυτή τη φορά, η παρακμή συμβαίνει σε έναν πυρηνικό κόσμο—και οι κίνδυνοι είναι ασύλληπτοι.
Όταν τελειώνει το nation building, αρχίζει η πολιτική της διάλυσης
Σήμερα, η μεταπολεμική διεθνής τάξη αμφισβητείται ανοιχτά — ακόμα και από τις δυνάμεις που τη δημιούργησαν. Η απόπειρα του Τραμπ να υποκαταστήσει τον ΟΗΕ με ένα δικό του «Συμβούλιο Ειρήνης» δεν αποτελεί ούτε παραφωνία, ούτε ιδιοτροπία του Τραμπ. Είναι ένδειξη ότι οι θεσμοί δεν θεωρούνται πλέον χρήσιμοι ούτε ως προσχήματα. Η αποχώρηση των ΗΠΑ από 66 διεθνείς οργανισμούς δίνει περισσότερα στοιχεία για αυτήν την διαπίστωση.
Σε αυτή τη φάση, η υπεράσπιση των κρατών-στόχων του ιμπεριαλισμού δεν συνιστά ωραιοποίηση των αντιφάσεών τους. Είναι στοιχειώδης όρος υπεράσπισης της ίδιας της δυνατότητας των λαών να αποφασίζουν για το μέλλον τους. Κανένα κοινωνικό πρόβλημα δεν λύθηκε με τη διάλυση κρατών, χώρων και κοινωνιών. Η Λιβύη και η Συρία το αποδεικνύουν.
Το Ιράκ το επιβεβαιώνει από την αντίστροφη: η μη διάλυση του στα «τρία Ιράκ», έδωσε τη σχετική δυνατότητα να συγκρατηθεί η ενότητα της χώρας και ταυτόχρονα να αναδιαταχθεί τόσο ο πολιτικός συσχετισμός που προσπάθησαν να επιβάλλουν οι ΗΠΑ, όσο και η απόπειρα μετατροπής του σε κράτος- δορυφόρο. Αλλιώς δεν θα χρειαζόταν να σταλεί ξεκάθαρο μήνυμα από τον Ρούμπιο στις 26 Γενάρη για το ενδεχόμενο να εκλεγεί ο σιίτης αλ- Μαλίκι, που σηματοδοτεί περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση του αντι-αμερικανισμού, αλλά και διαμόρφωση όρων ουσιαστικής σύγκλισης με το Ιράν.
Η «οικοδόμηση έθνους» (nation building)—η ιδέα ότι μετά τη στρατιωτική επέμβαση ακολουθεί η ανοικοδόμηση δυτικών «δημοκρατικών θεσμών», που κλειδώνουν τα αποτελέσματα της επέμβασης—κατέρρευσε. Όχι αυτόματα, αλλά από δύο συγκλίνουσες δυνάμεις: την αντίσταση των λαών που αρνήθηκαν τον «εκδημοκρατισμό» μέσω drones, σφαγών και λεηλασίας, και την ιδεολογική πίστη της Δύσης ότι υπάρχει ένας μόνο «δρόμος προς τη νεωτερικότηταν»—φιλελευθερισμός + οικονομία της αγοράς.
Αυτό ήταν το δόγμα που η Δύση είχε αναγορεύσει ως προορισμό του «τέλους της ιστορίας», καταλήγοντας να πιστεύει τα ίδια της τα ψέματα. Ξεχνούσε—ή αποκρυβόταν σκόπιμα—ότι ο φιλελευθερισμός αποκτησε το όποιο νόημα πέρα από το «ολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό» χάρη στην ταξική πάλη των δυτικών λαϊκών τάξεων, ιδιαίτερα υπό την απειλή του σοβιετικού Οκτωβριανού παραδείγματος. Και ότι η «ελεύθερη αγορά» μπόρεσε να αναπτύξει κράτη και θεσμούς αξιοποιώντας το προϊόν της λεηλασίας του υπόλοιπου πλανήτη.
Το nation building τελείωσε ως παραμύθι. Ό,τι δεν μπορεί να ελεγχθεί, διαλύεται — ώστε οι ζώνες χάους να λειτουργούν ως ανάχωμα απέναντι σε κάθε δυνατότητα αυτόνομης ανάπτυξης. Από τη Μέση Ανατολή (Συρία) μέχρι την Αφρική (Σομαλιλάνδη), ο τεμαχισμός κρατών επανέρχεται ως στρατηγική ανάσχεσης.
Η διάλυση κρατών δεν είναι μονοδιάστατα μια αποτυχία της ιμπεριαλιστικής πολιτικής· είναι συχνά επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Από αναλύσεις think tanks μέχρι στρατιωτικά δόγματα, η δημιουργία «ζωνών αστάθειας» αντιμετωπίζεται ως μέσο ανάσχεσης περιφερειακών δυνάμεων. Η αποτροπή ενοποίησης και αυτόνομης ανάπτυξης είναι εξίσου στρατηγικός στόχος με την αλλαγή καθεστώτος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αποσταθεροποίηση και ο κατακερματισμός της Δυτικής Ασίας λειτουργούν και ως μέσο διατήρησης της περιφερειακής στρατιωτικής υπεροχής του Ισραήλ, στο πλαίσιο της αμερικανικής δέσμευσης για διατήρηση της «ποιοτικής στρατιωτικής υπεροχής» του (Qualitative Military Edge– QME). Όπως σημείωνε ήδη από το 2008 η δημοσιογράφος Linda S. Heard, οι εισβολή στο Ιράκ και οι (ήδη σχεδιάζομενες) επεμβάσεις εναντίον Συρίας και Ιράν δεν εξηγούνται ούτε από άμεσες απειλές προς τις ΗΠΑ ούτε από ζητήματα «δημοκρατίας», αλλά εντάσσονται σε μια στρατηγική αναδιάρθρωσης της περιοχής ώστε να αποτραπεί η ανάδυση ανεξάρτητων περιφερειακών πόλων ισχύος που θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την ισραηλινή υπεροχή, ως τοποτηρητή του δυτικού ιμπεριαλισμού στην Μέση Ανατολή.
Όμως η διάλυση δεν είναι η μόνη διαθέσιμη στρατηγική. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αντί για άμεσο κατακερματισμό, επιδιώκεται η συγκρότηση κρατικών μορφών που λειτουργούν ως μηχανισμοί διαμεσολάβησης της δυτικής κυριαρχίας — κράτη χωρίς ουσιαστική κοινωνική βάση, των οποίων η σταθερότητα εξαρτάται περισσότερο από τη διεθνή αναγνώριση και την εξωτερική στήριξη παρά από εσωτερική νομιμοποίηση.
Σε αυτό το πλαίσιο, όπως σημειώνει και ο Λιβανέζος συγγραφέας Amer Mohsen, δεν πρόκειται για «αποτυχημένα κράτη» (failed states), αλλά για μια ιδιαίτερη μορφή κρατικής συγκρότησης: κράτη που υπάρχουν πρωτίστως για να συναλλάσσονται με τις δυτικές πρεσβείες και με μια στενή «κοινωνία των πολιτών» ευθυγραμμισμένη με τα δυτικά συμφέροντα, ενώ η κοινωνική πλειοψηφία παραμένει πολιτικά άφωνη.
Παρόμοια εικόνα περιγράφει και ο Ουκρανός κοινωνιολόγος Volodymyr Ishchenko για την Ουκρανία μετά το 2014: ένα πολιτικό σύστημα όπου οι συγκρούσεις διεξάγονται κυρίως μεταξύ ανταγωνιστικών ελίτ και διεθνών προστάτιδων δυνάμεων, ενώ τα κοινωνικά αιτήματα των λαϊκών τάξεων —εργασία, κοινωνική προστασία, συνδικαλιστικά δικαιώματα— αποκλείονται συστηματικά από την πολιτική ατζέντα. Σε τέτοια καθεστώτα, η «σταθερότητα» δεν σημαίνει λαϊκή κυριαρχία, αλλά παγίωση μιας μορφής εξάρτησης που μπορεί να συνυπάρχει με εκτεταμένη κοινωνική αποσύνθεση.
Η κρατική κυριαρχία είναι αναγκαία προϋπόθεση για τη λαϊκή κυριαρχία. Και γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να καταστραφεί.
To Άουσβιτς ως ζωντανό κριτήριο κι όχι απλή τελετουργία
Αν το Άουσβιτς σημαίνει κάτι σήμερα, δεν είναι ότι οι θεσμοί αρκούν, αλλά ότι χωρίς πολιτικό αγώνα για πραγματική ισότητα των λαών, οι θεσμοί μετατρέπονται σε εργαλεία ισχύος. Η μνήμη χωρίς ρήξη με τις δομές που παράγουν την ιμπεριαλιστική βία δεν είναι ανάχωμα στη βαρβαρότητα· είναι μέρος της κανονικοποίησής της.
Αυτός ο αγώνας δεν μπορεί να περιορίζεται στην εξ αποστάσεως αλληλεγγύη · απαιτεί ρήξη με τις μορφές (και εντός αριστεράς) που αποκενώνουν την αλληλεγγύη, κάνοντας την επιλεκτική και αφηρημένη: «ούτε με τους Αμερικάνους, ούτε με τους μουλάδες». Αυτή η ρήξη ξεκινά από την απλή αναγνώριση ότι όταν ο ιμπεριαλισμός επιτίθεται, η στάση δεν μπορεί να είναι ουδέτερη—ούτε καν «κριτική προς όλους».
Όπως υποστηρίζουν ο Brahim Rouabah και η Corinna Mullin, πρόκειται για αυτό που ονομάζουν «αποικιοκρατική αλληλεγγύη» (coloniality of solidarity): διαχωρίζοντας «τον λαό» από «το καθεστώς», η αμερικανο-ισραηλινή προπαγάνδα δικαιολογεί την κατάρρευση κρατών στο στο όνομα των ίδιων των λαών. Δεν μπορείς να υπερασπιστείς έναν λαό υιοθετώντας τη ρητορική που χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει την καταστροφή του.
Ο Edward Said το διατύπωνε γλαφυρά το 1999 όταν η Γιουγκοσλαβία επανερχόταν στο στόχαστρο, αυτή τη φορά με πρόσχημα την προστασία του Κοσσόβου:
Τίποτα από όσα κάνουν τώρα οι ΗΠΑ ή το ΝΑΤΟ δεν έχουν ουσιαστικά σχέση με την προστασία των Κοσσοβάρων ή με την έλευση ανεξαρτησία: είναι στην πραγματικότητα μια επίδειξη στρατιωτικής ισχύος που τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα της είναι καταστροφικά, όπως ακριβώς συνέβη με την ίδια πολιτική στη Μέση Ανατολή. Το 1994, όταν μια επέμβαση των ΗΠΑ θα μπορούσε να σταματήσει τη γενοκτονία στη Ρουάντα, δεν υπήρξε καμία ανάληψη δράση. Τα διακυβεύματα δεν ήταν τόσο μεγάλα και οι Μαύροι άνθρωποι δεν άξιζαν μια τέτοια προσπάθεια.
Η αντίσταση στον ιμπεριαλισμό είναι ο όρος για κάθε άλλη κριτική, αλλά και για κάθε απελευθερωτική πολιτική. Διαφορετικά καταλήγουμε σε μια αλληλεγγύη αποικοικρατικής μορφής: ο διαχωρισμός «του λαού» από «το καθεστώς», νομιμοποιεί την καταστροφή κρατών στο όνομά τους. Ώστε το «Ποτέ ξανά» να μην παραμένει ακόμη μια υπόσχεση που δεν τηρήθηκε.






