Επιστροφή Τσίπρα πάνω στις ράγες Στουρνάρα
Το μεταμνημονιακό σκηνικό, η αναδυόμενη ρευστότητα και το κενό που αφήνει η Αριστερά
Η σκηνή μιας μετάβασης
Υπάρχουν πολιτικές συμπτώσεις που δεν αποδεικνύουν τίποτα από μόνες τους, αλλά φωτίζουν σχεδόν βίαια τη συγκυρία. Η επανέγκριση, την Δευτέρα 25/05, του Γιάννη Στουρνάρα για τρίτη θητεία στην Τράπεζα της Ελλάδος και η παρουσίαση της ΕΛΑΣ, του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, την Τρίτη 26/05, ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Το πρώτο γεγονός πέρασε στα ψιλά των ΜΜΕ, σχεδόν σαν τεχνική είδηση: θεσμική συνέχεια, εμπειρία, εμπιστοσύνη των αγορών, σταθερότητα. Το δεύτερο οργανώθηκε ως πολιτική επανεκκίνηση, κατάληξη ενός μακρόσυρτου rebranding: νέο όνομα, επτά δεσμεύσεις, επιστροφή στους ανθρώπους που εργάζονται και αγωνίζονται, υπόσχεση υπέρβασης της πολυδιάσπασης της αντιπολίτευσης.
Αν τα δει κανείς χωριστά, θα δει δύο διαφορετικές ειδήσεις. Αν τα κοιτάξει μαζί, βλέπει κάτι βαθύτερο: ένα πολιτικό σύστημα που εισέρχεται σε περίοδο μετάβασης και προσπαθεί, ταυτόχρονα, να θωρακίσει τη συνέχεια του και να ανανεώσει τις εναλλακτικές που θα διασφαλίσουν τη συναίνεση.
Η μετάβαση, εδώ, δεν σημαίνει αναγκαστικά εναλλαγή κυβέρνησης. Σημαίνει ότι το παλιό σχήμα σταθερότητας χάνει μέρος της ικανότητάς του να οργανώνει μόνο του συναίνεση, ενώ οι εναλλακτικές μορφές διαχείρισης της δυσαρέσκειας δεν έχουν ακόμη σταθεροποιηθεί. Σημαίνει ότι οι ράγες παραμένουν, αλλά το πολιτικό προσωπικό, οι συμμαχίες, τα πρόσωπα και οι μορφές εκπροσώπησης αρχίζουν να αναδιατάσσονται.
Από τη μία, λοιπόν, ο Στουρνάρας: ο εγγυητής ότι ο βασικός κορμός της μεταμνημονιακής τάξης δεν θα τεθεί υπό διαπραγμάτευση. Από την άλλη, ο Τσίπρας: η υπόσχεση ότι η δυσαρέσκεια μπορεί να βρει ξανά εκλογική μορφή, να αποκτήσει κέντρο, να περάσει από την απογοήτευση στην προσδοκία.
Δεν πρόκειται, προφανώς, για εξίσωση ή ταύτιση. Στουρνάρας και Τσίπρας έχουν διαφορετικές πολιτικές διαδρομές, διαφορετικά ακροατήρια και διαφορετικές λειτουργίες. Ο ένας δεν χρειάζεται να πείσει την κοινωνία αλλά να καθησυχάσει τους θεσμούς, τις αγορές και τις τράπεζες. Ο άλλος δεν μπορεί να εμφανιστεί ως τεχνοκρατικός εγγυητής, αλλά να απευθυνθεί στους μισθωτούς, τους νέους, τους συνταξιούχους, τους μικρομεσαίους, δηλαδή τους ανθρώπους που θέλουν να φύγει η Δεξιά του Μητσοτάκη και δεν βλέπουν ακόμη από πού μπορεί να έρθει μια πειστική απάντηση.
Το ζήτημα όμως είναι ότι αυτές οι δύο λειτουργίες μπορούν να συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο μεταμνημονιακό πλαίσιο: ο Στουρνάρας το εγγυάται θεσμικά, ενώ ο Τσίπρας υπόσχεται να το διαχειριστεί με πιο ανθρώπινο τρόπο.
Ο εγγυητής πριν από τη ρευστότητα
Ο Στουρνάρας δεν είναι απλώς ένας κεντρικός τραπεζίτης με μακρά θητεία. Είναι το πρόσωπο μιας ολόκληρης εποχής: της εποχής όπου η χώρα έμαθε να μετρά την επιτυχία της βάσει των κριτηρίων των πιστωτών. Πόσο μεγάλο είναι το πρωτογενές πλεόνασμα. Πόσο ήρεμες είναι οι αγορές. Πόσο γρήγορα μειώνεται το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ. Πόσο «καθαροί» είναι οι ισολογισμοί των τραπεζών. Πόσο αξιόπιστη φαίνεται η Ελλάδα στους θεσμούς που ποτέ δεν τους απασχόλησε πότε τελειώνει αν το μηνιάτικο επαρκεί πέρα από την τρίτη εβδομάδα.
Την έξοδο από τα μνημόνια την παρουσίασαν ως άρρηκτα συνδεδεμένη με την εξυγίανση των τραπεζών. Το ερώτημα είναι για να κάνουν τι: για να χρηματοδοτήσουν παραγωγικές επενδύσεις, την στέγη, τις μικρές επιχειρήσεις; Ή για να ξαναγίνουν κερδοφόρες, να μοιράσουν μερίσματα, να κρατήσουν την πίστωση ακριβή και να μετατρέψουν τις καθημερινές συναλλαγές σε μια ατέλειωτη αλυσίδα προμηθειών;
Τα στοιχεία δεν επιτρέπουν πανηγυρισμούς: οι πραγματικές καταθέσεις των νοικοκυριών παραμένουν πολύ χαμηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα, η πίστωση προς τα νοικοκυριά υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου και το spread χορηγήσεων-καταθέσεων είναι σχεδόν διπλάσιο από της Ευρωζώνης. Τα κόκκινα δάνεια, ουσιαστικά, δεν εξαφανίστηκαν, απλά άλλαξαν χέρια. Πέρασαν σε funds και servicers, συχνά σε τιμές πολύ χαμηλότερες της αξίας τους. Οι τράπεζες καθάρισαν, τα κοράκια αγόρασαν φθηνά, ενώ το Δημόσιο παρείχε τις εγγυήσεις. Οι οφειλέτες όμως ποτέ δεν απέκτησαν δικαίωμα να αγοράσουν τη ζωή τους με την ίδια έκπτωση που αγόραζαν τα «κόκκινα δάνεια» όλα αυτά τα funds.
Προφανώς ο Διοικητής της ΤτΕ δεν ασκεί πολιτικές, πέραν της εποπτείας του τραπεζικού συστήματος. Παρ’ όλα αυτά, ο Στουρνάρας αποτέλεσε και αποτελεί το πρόσωπο που σε μεγάλο βαθμό συμβολίζει στιβαρά την σταθερότητα έναντι του διαρκούς κινδύνου επαναφοράς του χάους. Όμως το ερώτημα δεν είναι σταθερότητα ή χάος. Είναι σταθερότητα για ποιον, με ποιο κόστος και υπό ποιον έλεγχο. Γιατί η «χρηματοπιστωτική σταθερότητα» παρουσιάζεται σαν να είναι ένα ουδέτερο δημόσιο αγαθό, ενώ στην πράξη ενσωματώνει μια συγκεκριμένη ταξική ιεράρχηση: πρώτα οι τράπεζες, οι πιστωτές και οι αγορές· μετά οι κοινωνικές ανάγκες.
Γι’ αυτό έχει σημασία και η χρονική στιγμή της επανέγκρισης του Διοικήτη. Ο Στουρνάρας τοποθετήθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος το 2014, στις παραμονές μιας πιθανής πολιτικής μεταβολής. Ανανεώνεται τώρα, ξανά μπροστά σε έναν εκλογικό κύκλο ρευστότητας, φθοράς της κυβέρνησης και ανασύνθεσης της αντιπολίτευσης. Σε περιόδους πολιτικής αστάθειας, το σύστημα θωρακίζει τους κόμβους συνέχειας.
Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι η ιστορία θα επαναληφθεί όπως το 2015 και την τότε πολιτική μεταβολή και πολύ περισσότερο δεν σημαίνει ότι προεξοφλείται ήττα της Νέας Δημοκρατίας. Με τα σημερινά δεδομένα, το πιθανότερο δεν είναι μια καθαρή εκλογική ανατροπή της ΝΔ, αλλά μια κρίση αυτοδυναμίας και διακυβέρνησης. Η ΝΔ μπορεί να παραμείνει πρώτη αλλά να δυσκολεύεται να κυβερνήσει μόνη της· ο Μητσοτάκης έχει μετατραπεί σε βάρος για τμήματα του συστήματος που τον στήριξαν, ενώ εμφανώς διάφορα κέντρα εξουσίας αναζητούν νέα διάταξη.
Η ίδια η εμφάνιση νέων προσωποπαγών σχημάτων, από το κόμμα Καρυστιανού έως την ΕΛΑΣ του Τσίπρα, δείχνει ότι η ρευστότητα δεν αφορά μόνο τους εκλογικούς συσχετισμούς. Αφορά τη διαλυτοποίηση του κομματικού σκηνικού της Μεταπολίτευσης: την υποχώρηση των μαζικών κομμάτων, των κομμάτων αρχών, των οργανωμένων κοινωνικών εκπροσωπήσεων, και την ανάδυση σχημάτων γύρω από πρόσωπα, τραύματα, επικοινωνιακές συμπυκνώσεις και αρχηγικές ιδιοκτησίες.
Αυτά τα σχήματα δεν είναι όλα ίδια. Το κόμμα Καρυστιανού πατά σε ένα πραγματικό κοινωνικό τραύμα, στην κρίση εμπιστοσύνης που άνοιξαν τα Τέμπη και στην αδυναμία έκφρασης τμήματος των λαϊκών τάξεων (ιδιαίτερα με χαρακτηριστικά πιο κοντά σε μια mild κοινωνική συντηρήση) από τους υπάρχοντες πολιτικούς σχηματισμούς. Η ΕΛΑΣ του Τσίπρα πατά στην ανάγκη ενός αποδιοργανωμένου προοδευτικού ακροατηρίου να ξαναβρεί εκλογική μορφή. Όμως και στις δύο περιπτώσεις η απουσία κοινωνικού ριζώματος τα καθιστά πιο ευάλωτα στη διαχείριση από μηχανισμούς, μίντια και ολιγαρχικά κέντρα. Ακόμη και σε σύγκριση με το ΠΑΣΟΚ —ένα κόμμα βαθιά ενταγμένο στο κράτος και στους μηχανισμούς του— η διαφορά έχει σημασία: το ΠΑΣΟΚ διατηρεί κοινωνικά ριζώματα και εσωτερικές αντιφάσεις που αντανακλούν πραγματικές πιέσεις. Τα νέα κόμματα-ΙΧ, αντίθετα, μπορούν ευκολότερα να κινούνται ως πολιτικά οχήματα χωρίς κοινωνικό σώμα.
Σε αυτό το τοπίο, η ανανέωση Στουρνάρα λειτουργεί ως μήνυμα: ό,τι κι αν αλλάξει στην πολιτική επιφάνεια, ο βασικός οικονομικός σκελετός πρέπει να μείνει άθικτος. Τράπεζες, χρέος, πλεονάσματα, πιστωτική πειθαρχία, ευρωπαϊκή επιτήρηση, όλα πρέπει να παραμείνουν εκτός λαϊκής διαπραγμάτευσης. Η συνέχεια θωρακίζεται πριν πυροδοτηθεί η ρευστότητα.
Και ακριβώς εδώ συναντιέται με την επανεμφάνιση Τσίπρα. Αν ο Στουρνάρας εγγυάται την πορεία πάνω στις ίδιες ράγες, ο Τσίπρας υπόσχεται ότι το ταξίδι πάνω τους μπορεί να γίνει λίγο πιο άνετο. Ο ένας κλείνει το πεδίο της οικονομικής σύγκρουσης από τα πάνω· ο άλλος προσφέρει μια εκλογική διέξοδο που δεν το ανοίγει πραγματικά από τα κάτω. Όταν οι από κάτω δεν συγκροτούν δική τους μορφή, η ρευστότητα που παράγουν γίνεται υλικό προς διαχείριση από τους από πάνω.
Ο πλασιέ ελπίδας
Η ανάγκη να ηττηθεί πολιτικά η Δεξιά είναι πραγματική. Δεν είναι ψευδαίσθηση, ούτε δευτερεύον ζήτημα, ούτε πολυτέλεια για ανθρώπους που δυσκολεύονται να βγάλουν τον μήνα. Η υποχώρηση του καθεστώτος Μητσοτάκη θα αποδιάρθρωνε έναν από τους πιο ισχυρούς μηχανισμούς επιβολής της πιο ταξικής πολιτικής της Μεταπολίτευσης. Ακόμη κι αν δεν καταργούσε τις προϋποθέσεις που το γέννησαν, ακόμη κι αν αντανακλούσε την κοινωνική δυσαρέσκεια διαμεσολαβημένη από συγκρούσεις μέσα στην ολιγαρχία, θα είχε σημασία ο βαθμός της εκλογικής τιμωρίας του: θα έδειχνε ότι η κοινωνική φθορά κοστίζει, ότι η αλαζονεία τιμωρείται, ότι η ταξική επίθεση δεν περνά χωρίς ίχνος.
Το ζήτημα αρχίζει ακριβώς εκεί: ποιος θα εισπράξει αυτή τη δυσαρέσκεια, με ποιο σχέδιο και προς ποια κατεύθυνση; Τι σημαίνει να φύγει ο Μητσοτάκης, αν το πλαίσιο που τον γέννησε και τον θωράκισε παραμένει άθικτο και εξίσου άθικτη παραμείνει η πραγματικότητα που δημιούργησε η επταετία Μητσοτάκη;
Η ΕΛΑΣ απευθύνεται σε ένα ευρύ, αποδιοργανωμένο προοδευτικό ακροατήριο που κουράστηκε από τον Μητσοτάκη, δεν πιστεύει ιδιαίτερα στο ΠΑΣΟΚ, βλέπει τον ΣΥΡΙΖΑ ως σκιά του εαυτού του και αντιμετωπίζει τον κατακερματισμό της Αριστεράς ως μόνιμη απόδειξη αδυναμίας. Σε αυτόν τον κόσμο, η επανεμφάνιση Τσίπρα προσφέρει κάτι που δεν είναι αμελητέο: μορφή, κέντρο, αναγνωρίσιμο πρόσωπο, εκλογική διέξοδο. Προσφέρει την αίσθηση ότι μπορεί να υπάρξει ξανά «λύση».
Αυτή ακριβώς είναι και η λειτουργία του πλασιέ ελπίδας. Δεν απευθύνεται σε ανθρώπους που δεν έχουν ανάγκες. Απευθύνεται σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη να πιστέψουν ότι κάτι μπορεί να αλλάξει, αλλά δεν βλέπουν ακόμη τη δύναμη που θα το αλλάξει. Δεν πουλά απλώς ψέμα. Πουλά μια πραγματική ανάγκη σε συσκευασία ακίνδυνη για το σύστημα που τη δημιούργησε. Γι’ αυτό και η απήχησή του δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με ειρωνεία προς τον κόσμο, αλλά με σοβαρότητα απέναντι στο κενό που του επιτρέπει να επιστρέφει.
Βέβαια, το πλέον επικίνδυνο με τον πλασιέ ελπίδας δεν είναι ότι υπόσχεται λιγότερα από όσα απαιτούνται. Είναι ότι, όταν αποτύχει, δεν αφήνει πίσω του απλώς μια χαμένη εκλογική ευκαιρία. Αφήνει πίσω του ανθρώπους ακόμη πιο δύσπιστους απέναντι στην ίδια τη δυνατότητα κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής.
Οι επτά δεσμεύσεις που ανακοίνωσε ο Τσίπρας από το Θησείο, μιλούν για μισθούς, εργασία, κοινωνικό κράτος, φορολογική δικαιοσύνη, παραγωγικό μοντέλο, στέγη, ενεργειακή δημοκρατία, πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική. Όλες οι σωστές λεξούλες βρίσκονται εκεί. Εκείνο που δεν εμφανίζεται είναι οι πολιτικές που θα τις έκαναν πράξη. Ποιος πληρώνει; Ποιος χάνει; Ποιος ελέγχει τις τράπεζες; Ποιος σπάει τα καρτέλ; Πως ανακτάται δημόσια κυριότητα; Ποιος αμφισβητεί τα πλεονάσματα; Ποιος συγκρούεται με την ευρωατλαντική πρόσδεση που αυξάνει τις στρατιωτικές δαπάνες, την ενεργειακή εξάρτηση και τον κίνδυνο πολεμικής εμπλοκής;
Η ίδια η ιδρυτική ομιλία το επιβεβαιώνει. Ο Τσίπρας καταγγέλλει την ολιγαρχία που αντιμετωπίζει το κράτος σαν λάφυρο, τα καρτέλ που απλώνονται σχεδόν παντού, τα funds που λεηλατούν την ελληνική οικονομία. Η ρητορική ήταν οξεία, σχεδόν ριζοσπαστική. Όταν όμως φτάνει στην ουσία, δηλαδή στην ανατροπή της πραγματικότητας που περιέγραψε με οξύτητα ο Τσίπρας, εκεί υφίστατο ένα τεράστιο κέντρο. Χαρακτηριστικό είναι το θέμα των τραπεζών όπου η ατάκα Τσίπρα ήταν χαρακτηριστικά «επιτέλους να μπουν κανόνες στις τράπεζες»: καμία αναφορά σε δημόσιο έλεγχο, κουβέντα για την πολιτική δανεισμού των τραπεζών, απουσία του ζητήματος των «κόκκινων δανείων».
Επιπλέον από την ομιλία απουσίασε η αναφορά σε δύο κρίσιμους όρους: πλεονάσματα και χρέος. Οι δύο διαστάσεις που δεσμεύουν τις πολιτικές που ασκούνται στη χώρα μέχρι το 2060 και περιορίζουν ριζικά ακόμα και την άσκηση πολιτικών σε σοσιαλφιλελεύθερη κατεύθυνση τύπου Σάντσεζ στην Ισπανία.
Η απόσταση ανάμεσα στη σφοδρότητα της καταγγελίας και την ηπιότητα της δέσμευσης δεν συνιστά ρητορική αδυναμία ή παράλειψη στο κείμενο· είναι το περιεχόμενο του πλασιέ ελπίδας.
Η ΕΛΑΣ του Τσίπρα δεν βγαίνει από τις ράγες που συμβολίζει ο Στουρνάρας. Υπόσχεται ότι το ταξίδι πάνω σε αυτές μπορεί να γίνει λιγότερο σκληρό, πιο δίκαιο, ίσως πιο ανθρώπινο. Κι αυτό είναι θεμιτό για τον κόσμο της δουλειάς που βίωσε τη λαίλαπα της επταετίας. Όμως, ακόμα και τα ελάχιστα μέτρα που υπόσχεται ο Τσίπρας είναι αμφίβολο τόσο αν είναι ανεκτά από την ολιγαρχία που ενίσχυσε υπέρμετρα την εξουσία της αυτά τα χρόνια, αλλά, επιπλέον, αν μπορούν καν να ληφθούν μέσα στο πλαίσιο επιτήρησης και δεσμεύσεων που αφορούν το χρέος και τα πλεονάσματα.
Το πρόβλημα με όσα επαγγέλεται ο Τσίπρας δεν είναι ότι κάθε αλλαγή πρέπει να ξεκινά από τη μέγιστη ρήξη. Το πρόβλημα είναι ότι όταν ένα πρόγραμμα δεν κατονομάζει ούτε τις ελάχιστες συγκρούσεις που απαιτούνται, τότε δεν ανοίγει δρόμο προς μεγαλύτερες αλλαγές· εκπαιδεύει την κοινωνία στη χαμηλή προσδοκία.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο Τσίπρας μιλά για κυβερνητική προοπτική. Κάθε πολιτικό σχέδιο που θέλει να αλλάξει συσχετισμούς οφείλει κάποια στιγμή να απαντήσει και στο ζήτημα της εξουσίας. Το πρόβλημα είναι ότι η δική του κυβερνητική προοπτική συγκροτείται ως τρόπος αποφυγής των συγκρούσεων που θα απαιτούσε ακόμη και το ίδιο του το πρόγραμμα. Οι δεσμεύσεις του υπόσχονται κοινωνική ανακούφιση χωρίς να ανοίγουν μέτωπο με τους μηχανισμούς που παράγουν την κοινωνική ασφυξία. Η «κυβερνώσα Αριστερά» που επικαλείται δεν εμφανίζεται ως πολιτική μορφή μιας κοινωνικής δύναμης που συγκρούεται, αλλά ως αρχιτεκτονική διαχείρισης μιας δυσαρέσκειας που πρέπει να καναλιζαριστεί πριν γίνει αστάθμητη.
Το 2015 ως απωθημένο — και το 2019 ως συνέχεια
Εδώ επιστρέφει το 2015. Όχι ως τραύμα στο οποίο αξίζει ηθική καταδίκη, αλλά ως πολιτικό απωθημένο που δεν μπορεί να παρακαμφθεί. Ένα νέο σχέδιο από τον άνθρωπο που κυβέρνησε στην πορεία προς το δημοψήφισμα, στην αντιστροφή του και κατά την εφαρμογή του τρίτου μνημονίου απαιτεί απολογισμό: τι έμαθε, τι άλλαξε, γιατί αυτή τη φορά θα είναι διαφορετικά.
Το πραγματικό μάθημα του 2015 δεν ήταν ότι κάθε σύγκρουση είναι αδύνατη. Ήταν ότι η σύγκρουση χωρίς κοινωνική προετοιμασία, χωρίς εναλλακτικά εργαλεία, χωρίς διεθνείς συμμαχίες και χωρίς λαϊκή οργάνωση οδηγείται στη συνθηκολόγηση. Η εμπειρία δεν αποδεικνύεται με χαμηλότερες φιλοδοξίες. Αποδεικνύεται με καλύτερη προετοιμασία για τις συγκρούσεις που γνωρίζεις πια ότι θα έρθουν.
Ο Τσίπρας δεν δείχνει να έχει εξάγει αυτό το δίδαγμα. Μοιάζει να έχει κρατήσει μόνο το πιο βολικό συμπέρασμα: να μην επιχειρηθεί ξανά τίποτα που θα ενοχλήσει σοβαρά τους μηχανισμούς ισχύος.
Αυτή η διαπίστωση δεν είναι ηθική προβολή του παρελθόντος στο μέλλον. Είναι δομική ανάγνωση μιας πολιτικής σταθεράς. Η σημερινή αφήγηση των υποστηρικτών του Τσίπρα —ότι η αποτυχία της περιόδου 2019-2023 οφειλόταν στην πολυφωνία και την κακοφωνία του ΣΥΡΙΖΑ που εμπόδιζε τον ηγέτη— αντιστρέφει την πραγματικότητα. Η απουσία πραγματικής αντιπολίτευσης δεν ήταν παρενέργεια εσωτερικών αντιπαραθέσεων· ήταν συνέπεια στρατηγικής επιλογής. Ο ίδιος ο Τσίπρας υπήρξε ο εμπνευστής της τακτικής του ώριμου φρούτου: μιας απόφασης να μη συγκροτηθεί αντιπολίτευση που θα παρήγαγε σύγκρουση με τα κέντρα εξουσίας, ώστε να μπορέσει να γίνει αποδεκτός από αυτά.
Δεν χρειάζεται να υποθέσει κανείς κάποιο ύπουλο σχέδιο ή προσωπική υστεροβουλία. Το αποτέλεσμα όμως της διαδρομής είναι καθαρό. Από την προσέγγιση των θεσμών το 2015 έως τη μνημονιακή προσαρμογή και από εκεί στην αποστράγγιση κάθε αντιπολιτευτικής δυναμικής μετά το 2019, η σταθερά ήταν η αποφυγή ρήξης με τους ισχυρούς. Η σημερινή απαξίωση του ΣΥΡΙΖΑ (ειδικά της περιόδου 2019-2023) από τον ίδιο τον Τσίπρα δεν εξηγεί την αποτυχία· του επιτρέπει να επιστρέψει ως καθαρό πρόσωπο, απαλλαγμένο από το βάρος του κόμματος που ο ίδιος αποδυνάμωσε.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στην ιδρυτική του ομιλία ο Τσίπρας επικαλείται ως κληρονομιά τον «ΣΥΡΙΖΑ της πρώτης φοράς Αριστερά». Είναι εμφανές ότι θολώνει την οποιαδήποτε διάκριση ανάμεσα στη διαπραγμάτευση του 2015 και στην διακυβέρνηση από τις εκλογές του Σεπτέμβρη 2015 έως το 2019. Η περίοδος, την οποία ο ίδιος κυβέρνησε, εξαφανίζεται από τη δική του αφήγηση. Το απωθημένο δεν γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας, αντίθετα διαγράφεται. Και η «νέα μεταπολίτευση» που προτείνει παίρνει κυρίως τη μορφή ηθικής και θεσμικής κάθαρσης, όχι σύγκρουσης με τις δυνάμεις που οργανώνουν τη λεηλασία και εντείνουν την ανισότητα.
Από αυτή την άποψη, η αδυναμία του να συσπειρώσει σήμερα την κατακερματισμένη αντιπολίτευση δεν είναι ζήτημα τακτικής επιδεξιότητας ή απουσίας κατάλληλου σχήματος. Είναι δομική συνέπεια της ίδιας πολιτικής επιλογής. Μια αντιπολίτευση ικανή να συσπειρώσει πραγματικά την κοινωνική δυσαρέσκεια προϋποθέτει ρήξεις που εκείνος έχει ήδη αποκλείσει στρατηγικά. Η ΕΛΑΣ δεν είναι λοιπόν εναλλακτική που «ίσως αποτύχει». Είναι σχήμα που από κατασκευής δεν μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική στο πραγματικό περιεχόμενο της κυριαρχίας Μητσοτάκη — μόνο στην εκλογική του προσωποποίηση.
Η ευθύνη Τσίπρα δεν είναι αποκλειστική. Οι ταξικές και θεσμικές δυνάμεις που στήριξαν τον Μητσοτάκη υπήρχαν και θα υπήρχαν. Αλλά ο Τσίπρας υπήρξε ο πολιτικός που διέψευσε τη μαζικότερη ελπίδα αλλαγής και στη συνέχεια δεν συγκρότησε αντιπολίτευση ικανή να εμποδίσει την καθεστωτική εμπέδωση της Δεξιάς.
Αν το 2015 έσπασε την εμπιστοσύνη ότι «μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα», η περίοδος 2019-2023 άφησε να εμπεδωθεί η αίσθηση ότι «δεν υπάρχει κανείς να τα αλλάξει». Γι’ αυτό η νέα εμφάνιση Τσίπρα έχει έναν επιπλέον κίνδυνο. Δεν πρόκειται μόνο για την επιστροφή μιας παλιάς υπόσχεσης. Πρόκειται για την πιθανότητα μιας δεύτερης διάψευσης, πάνω σε μια κοινωνία που δεν είναι πια εκείνη του 2015. Η ελπίδα που τότε ήταν νέα, ορμητική, μαζική, έρχεται τώρα γερασμένη, καχύποπτη, κουρασμένη από τις ήττες. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται κυκλικά· προχωρά σπειροειδώς, με ζιγκ ζαγκ, μεταφέροντας μέσα της τις προηγούμενες ήττες.
Μια νέα αποτυχία Τσίπρα δεν θα γεννήσει απλώς ένα νέο καθεστώς Μητσοτάκη. Μπορεί να γεννήσει κάτι χειρότερο: βαθύτερη αποστράτευση, αντιπολιτική δηλητηρίαση, πιο σκληρή δεξιά ή ακροδεξιά ανασύνθεση. Η διάψευση μιας γερασμένης ελπίδας δεν πέφτει πάνω σε άγραφο χαρτί· πέφτει πάνω σε ανθρώπους που ήδη κουβαλούν δεκαπέντε χρόνια ήττας, χρέους, επισφάλειας και χαμηλών προσδοκιών.
Αυτό πρέπει να γίνει στοιχείο πολιτικού σχεδιασμού για την Αριστερά. Δεν αρκεί να πει ότι ο Τσίπρας θα αποτύχει. Πρέπει να σκεφτεί τι θα συμβεί αν αποτύχει ξανά, ποιοι θα κληρονομήσουν τη νέα απογοήτευση και με ποιες μορφές θα επιχειρήσουν να τη μετατρέψουν σε δύναμη. Αν η Αριστερά δεν θέλει να δει τη δεύτερη διάψευση να τροφοδοτεί μια ακόμη πιο αντιδραστική αναδιάταξη, πρέπει από τώρα να χτίζει τις κοινωνικές και πολιτικές μορφές που θα μπορούν να υποδεχθούν, να οργανώσουν και να μετασχηματίσουν τη δυσαρέσκεια πριν αυτή γίνει κυνισμός, μίσος ή παραίτηση.
Το άλλο μισό της σταθερότητας
Η ανάλυση της μεταμνημονιακής συνέχειας μένει μισή αν εξαντλείται στις τράπεζες, τα πλεονάσματα και την πιστωτική πειθαρχία. Υπάρχει και ένα άλλο μισό, εξίσου δομικό: η στρατηγική της ελληνικής ολιγαρχίας στο πλευρό των επιλογών ΗΠΑ και Ισραήλ, η ενσωμάτωση της χώρας σε έναν ευρωατλαντικό άξονα που μετατρέπει το ελληνικό έδαφος σε προκεχωρημένη βάση και την ελληνική οικονομία σε αποδέκτη ενός ολοένα διογκούμενου πολεμικού προϋπολογισμού.
Τα εξοπλιστικά προγράμματα —ελληνικά και ευρωπαϊκά— δεν είναι απλώς θέμα εξωτερικής πολιτικής. Είναι δημοσιονομική επιλογή που οργανώνει την ιεράρχηση των δαπανών εις βάρος της κοινωνικής αναπαραγωγής. Είναι ταξική μεταφορά πλούτου προς ευρωπαϊκές και εγχώριες επιχειρηματικές δυνάμεις που αναζητούν στους δημόσιους πόρους των εξοπλισμών μια νέα μορφή κρατικά εγγυημένης κερδοφορίας. Η ευρωπαϊκή αναδιάταξη γύρω από την άμυνα και η ελληνική συμμετοχή σε αυτήν δεν συνιστά «ασφάλεια». Είναι μέρος της ίδιας σταθερότητας που ζητά ήσυχες αγορές, πειθαρχημένους προϋπολογισμούς και δεδομένη γεωπολιτική πρόσδεση.
Η ίδια λογική που λέει «οι αγορές πρέπει να ηρεμούν» λέει και «οι ΗΠΑ πρέπει να μας θεωρούν δεδομένο σύμμαχο». Είναι δύο όψεις της ίδιας υποτέλειας που η ελληνική ολιγαρχία έχει εμπεδώσει ως εθνική αρετή. Η σταθερότητα Στουρνάρα προϋποθέτει αμετακίνητη ευρωατλαντική πρόσδεση όσο και αμετακίνητη χρηματοπιστωτική πειθαρχία — γιατί η πρώτη εγγυάται την αξιοπιστία της χώρας προς τους ίδιους θεσμούς που η δεύτερη υπηρετεί.
Σε αυτό το πλαίσιο, η «πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική» που επικαλέστηκε ο Τσίπρας είναι το ακριβές αντίστοιχο των επτά δεσμεύσεων: ρητορικό σχήμα χωρίς το περιεχόμενο της ρήξης που θα το έκανε πράξη. Η ίδια η ομιλία αποτυπώνει το όριο. Ο Τσίπρας καταδικάζει ονομαστικά τη γενοκτονία στη Γάζα από την κυβέρνηση Νετανιάχου, τους βομβαρδισμούς στον Λίβανο, τις παράνομες στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ στο Ιράν. Η λεκτική καταδίκη είναι πλήρης. Και ζητά εξωτερική πολιτική «απέναντι στη λογική του δεδομένου συμμάχου».
Όμως σε ολόκληρη την ομιλία δεν κατονομάζεται ούτε ένας από τους υλικούς μηχανισμούς που κάνουν τη χώρα δεδομένο σύμμαχο: ούτε η Σούδα, ούτε η Αλεξανδρούπολη, ούτε η MDCA, ούτε τα εξοπλιστικά, ούτε η στρατηγική συμμαχία και η στρατιωτική συνεργασία με το Ισραήλ. Η κριτική στη λογική του δεδομένου συμμάχου μένει στα λόγια, γιατί δεν αγγίζει τις υποδομές, τις συμφωνίες και τις δαπάνες που την παράγουν. Αντίθετα, το πλαίσιο που επικαλείται είναι εθνικό-αμυντικό: θωράκιση κυριαρχικών δικαιωμάτων, αντιμετώπιση των παράνομων διεκδικήσεων της Τουρκίας, Ευρώπη με ισχυρό διεθνή ρόλο. Η ευρωατλαντική πρόσδεση δεν αμφισβητείται· ζητείται απλώς να ασκηθεί πιο έξυπνα.
Πάνω απ’ όλα, καμία αμφισβήτηση των εξοπλιστικών — των ίδιων εξοπλιστικών που αφαιμάσσουν τους πόρους που θα χρειάζονταν για τις επτά δεσμεύσεις. Εδώ ολοκληρώνεται η εικόνα της συνέχειας. Ο Στουρνάρας εγγυάται τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η ΕΛΑΣ του Τσίπρα υπόσχεται την διαχείρισή της επί το κοινωνικότερον. Και οι δύο όμως κινούνται μέσα στο ίδιο πλαίσιο: μια χώρα όπου τα εξοπλιστικά μένουν εκτός διαπραγμάτευσης, η ευρωατλαντική πρόσδεση εκτός ουσιαστικής κριτικής, η ολιγαρχία εκτός λογοδοσίας. Το άλλο μισό της σταθερότητας —το πιο επικίνδυνο, γιατί φέρει μέσα του τον κίνδυνο πολεμικής εμπλοκής— δεν αμφισβητείται από κανέναν από τους δύο πόλους του «μεταβατικού» σχήματος.
Η Αριστερά που άφησε το κενό
Υπάρχει όμως και μια πιο δυσάρεστη αλήθεια για την υπόλοιπη Αριστερά. Ο Τσίπρας δεν επιστρέφει μόνο επειδή τον χρειάζονται κέντρα εξουσίας, μιντιακά συγκροτήματα ή τμήματα του συστήματος που αναζητούν ελεγχόμενη εναλλακτική απέναντι στη φθορά Μητσοτάκη. Επιστρέφει και επειδή η Αριστερά δεν κατάφερε να αποδείξει ότι μπορεί να κάνει αντιπολίτευση στον καιρό της απουσίας του.
Αυτή η αποτυχία δεν εξηγείται με ηθικούς όρους. Δεν ήταν ζήτημα τεμπελιάς, ούτε μόνο σεχταρισμού ή οργανωτικής ανικανότητας. Η Αριστερά βρέθηκε απέναντι σε μια κοινωνία που είχε υποστεί δεκαπέντε χρόνια ήττας, εξατομίκευσης και παραγωγικής αναδιάρθρωσης. Οι τόποι συλλογικής οργάνωσης είχαν αδυνατίσει, οι εργασιακές διαδρομές είχαν γίνει πιο σπασμένες, οι γειτονιές πιο ακριβές και πιο προσωρινές, οι άνθρωποι πιο κουρασμένοι. Ακριβώς γι’ αυτό όμως το καθήκον ήταν δυσκολότερο — και ακριβώς γι’ αυτό η αποτυχία του έχει σήμερα τόσο βαρύ κόστος.
Όμως η αντικειμενική δυσκολία δεν εξηγεί τα πάντα. Μέρος της Αριστεράς διάλεξε την ταυτότητα ως καταφύγιο: την καθαρότητα της θέσης πάνω από την αναζήτηση δύναμης. Άλλο μέρος προτίμησε τη διαχειριστική κανονικοποίηση, εγκαταλείποντας το ταξικό περιεχόμενο για χάρη μιας (αδύνατης) μεταρρυθμιστικής αξιοπρέπειας. Ο εξωκοινοβουλευτικός χώρος συχνά αναπαρήγαγε τον δικό του σεχταρισμό, την υπερπολιτικοποίηση που δυσκολεύει την κοινή δράση, την οργανωτική κουλτούρα που εξαντλεί αντί να μεγαλώνει ανθρώπους. Κοινός παρονομαστής: η αδυναμία να μιλήσει μια γλώσσα που δεν θα συνιστά “αντικαπιταλιστική ιδιόλεκτο” και θα ξεφεύγει από την απλά προπαγάνδα,με στόχο να διαμεσολαβεί πραγματικά την εμπειρία της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Δεν έλειψαν άνθρωποι, κόπος, συλλογικότητες, επιμέρους αγώνες. Έλειψε η διάθεση και η δουελιά για να συγκροτηθούν σε ενιαίες κοινωνικές και πολιτικές μορφές.
Μετά το 2023, υπήρξε ένα ιστορικό παράθυρο. Ο Τσίπρας είχε ηττηθεί και απαξιωθεί ως αντιπολίτευση, ο ΣΥΡΙΖΑ αποδιαρθρωνόταν με την καθοριστική συμβολή του Κασσελάκη και των κέντρων που τον έσπρωχναν, το ΠΑΣΟΚ δεν μπορούσε να εμπνεύσει δυναμική ανατροπής. Μέσα σε όλα αυτά, η κοινωνική δυσαρέσκεια υπήρχε, αλλά έμενε πολιτικά άστεγη και εκφραζόταν απλά με εκρήξεις γύρω από τα Τέμπη- μεγαλειώδεις, αλλά εκρήξεις. Εκεί θα μπορούσε να ανασυγκροτηθεί μια πραγματική κοινωνική αντιπολίτευση. Δεν ανασυγκροτήθηκε.
Τα Τέμπη δεν ήταν μόνο πένθος. Ήταν οργή για ένα κράτος που αποσύρεται από την ασφάλεια, για ιδιωτικοποιήσεις χωρίς ευθύνη, για υποδομές που λειτουργούν με λογική κόστους. Κι όμως, αυτή η κινητοποίηση δεν έγινε διαρκής εκστρατεία για δημόσιες υποδομές, ασφάλεια στις μεταφορές ως δικαίωμα του κόσμου της εργασίας και ακύρωση του μοντέλου ιδιωτικοποιήσεων που παράγει τέτοια εγκλήματα.
Η Παλαιστίνη αποκάλυψε ένα άλλο κενό: συστηματικά οι δημοσκοπήσεις κατέγραφαν και καταγράφουν πλειοψηφικό αίσθημα αλληλεγγύης, αλλά ποτέ αυτό το αίσθημα δεν μετατράπηκε σε αγώνα ενάντια στην ελληνική συνενοχή. Δεν μετατράπηκε σε αγώνα ενάντια την ελληνοϊσραηλινή στρατιωτική συνεργασία, ενώ η διαμετακόμιση όπλων και ενέργειας στο Ισραήλ μέσω Ελλάδας, παρέμεινε σε εμβληματικές δράσεις και ποτέ δεν τέθηκε ως διαρκής εκστρατεία διεκδίκησης με λογική κατάληψη τον αγώνα για εμπάργκο όπλων! Ακόμα κι εδώ υπήρχαν εκρήξεις, όπως ήταν η 10η Αυγούστου 2025 που η Ελλάδα πλημμύρισε αλληλεγγύη και το σύνθημα “Όχι στον Τουρισμό της γενοκτονίας” έφτασε μέχρι τα διεθνή μέσα, χωρίς όμως να βρει συνέχεια. Κι όταν ξεκίνησε η επίθεση Ισραήλ και ΗΠΑ εναντίον του Ιράν τον Φλεβάρη 2026, η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη, η MDCA (Στρατιωτικό Σύμφωνο Συνεργασίας Ελλάδας- ΗΠΑ), δεν συνδέθηκαν ποτέ με το αίτημα για άμεση απεμπλοκή από πολέμους ΗΠΑ-Ισραήλ- μια εμπλοκή πραγματική πλέον, αφού η Σούδα έγινε κρίσιμος κόμβος προετοιμασίας αλλά και υποστήριξης των επιθέσεων εναντίον του Ιράν. Δεν εξηγήθηκε με επιμονή ότι η πολεμική προετοιμασία δεν είναι εξωτερικό θέμα, αλλά εσωτερική αφαίμαξη: στρατιωτικές δαπάνες, ενεργειακό κόστος, γεωπολιτική εξάρτηση, λιγότεροι πόροι για τις κοινωνικές ανάγκες.
Η ακρίβεια και η στέγη ήταν το τρίτο χαμένο πεδίο. Όλη η κοινωνία ζει την πίεση. Κι όμως, η δυσαρέσκεια δεν έγινε καμπάνια διαρκείας για μείωση έμμεσων φόρων, έλεγχο στην ενέργεια με διεκδίκηση κατάργησης του Χρηματιστηρίου Ενέργειας, χτύπημα των καρτέλ, κοινωνική κατοικία, περιορισμό της βραχυχρόνιας μίσθωσης, προστασία δανειοληπτών, δημόσιο πιστωτικό πυλώνα. Παρέμεινε μόνο ο καθημερινός αναστεναγμός του κόσμου της δουλειάς και τα “σωστά” αιτήματα στις ανακοινώσεις κομμάτων. Και ο αναστεναγμός, όταν δεν αποκτά μορφή, αναζητά εκπρόσωπο από τα πάνω.
Σε αυτά ακριβώς έγκειται η τιμωρία της Αριστεράς. Όχι επειδή ο κόσμος «ξεγελιέται» από τον Τσίπρα. Αυτή η εξήγηση είναι εύκολη και προσβλητική. Οι άνθρωποι δεν είναι αφελείς επειδή ψάχνουν λύση. Είναι κουρασμένοι, πιεσμένοι, αποδιοργανωμένοι, και συχνά δεν βλέπουν άλλη ορατή δυνατότητα. Όταν δεν υπάρχει κοινωνική ισχύς που να χτίζει αυτοπεποίθηση, όταν δεν υπάρχει πολιτικό σχέδιο που να αθροίζει δυνάμεις και να οργανώνει τον αγώνα με διάρκεια και ξεκάθαρους στόχους, όταν δεν υπάρχει Αριστερά που να μιλά στο επίπεδο συνείδησης του λαού, με στόχο την ανύψωση του, τότε ο πλασιέ ελπίδας επιστρέφει στην αγορά. Ακόμη κι αν πολλοί υποψιάζονται ότι το εμπόρευμα είναι παλιό.
Μετά την αποτυχία του κύκλου 2010-2015, η επανεμφάνιση Τσίπρα δείχνει και την αποτυχία υπέρβασης της ήττας κατά την περίοδο 2015-2026. Η ήττα όχι απλά δεν υπερβλήθηκε, αλλά γέρασε κιόλας. Στο μεταξύ γεννήθηκε μια νέα κοινωνία: πιο κουρασμένη, πιο γερασμένη, πιο διαλυμένη ως προς τις συλλογικές της μορφές, περισσότερο δεμένη με ένα παραγωγικό μοντέλο τουρισμού, real estate, επισφάλειας και μικρών ιδιωτικών στρατηγικών επιβίωσης. Μια κοινωνία που δεν οργανώνει τις διεκδικήσεις της όχι επειδή δεν έχει ανάγκες, αλλά επειδή έχουν αποσυντεθεί οι τόποι και οι μορφές- κόμβοι όπου αυτές οι ανάγκες μπορούσαν να μετατραπούν γίνονταν συλλογική ισχύ διεκδίκησης.
Αυτό είναι το πραγματικό έδαφος της νέας περιόδου. Μια κοινωνία μπουχτισμένη από τη λεηλασία που έχει υποστεί, χωρίς, όμως, διάθεση (και πίστη) για ρήξη. Μια κοινωνία σε αναζήτηση μορφής.
Εδώ κρίνεται και το αν η κριτική στον Τσίπρα θα μείνει απλώς καταγγελία ή θα γίνει πολιτική πρόταση. Γιατί το κενό που εκείνος επιχειρεί να καλύψει δεν εξαφανίζεται αν τον απορρίψει η Αριστερά. Πρέπει να καλυφθεί αλλιώς: με μορφές οργάνωσης εντός της κοινωνίας, αλλά και πολιτικής συγκρότησης και προγραμματικής κατεύθυνσης που να μπορούν να δώσουν στη δυσαρέσκεια διάρκεια, μορφή, στόχο και προοπτική.
Από το κενό στη μορφή
Η νέα περίοδος ρευστότητας ανοίγει μέσα σε δυσμενή συσχετισμό για τις λαϊκές τάξεις. Δεν υπάρχει μαζική αποστοίχιση αντίστοιχη με εκείνη της περιόδου 2010-2015. Δεν υπάρχουν, τουλάχιστον ακόμη, ανοιχτά αυτιά σε μια Αριστερά που αρκεί να καταγγείλει το σύστημα για να αποκτήσει κοινωνική απήχηση. Η σημερινή κοινωνία είναι πιο θρυμματισμένη, πιο δύσπιστη, πιο ιδιωτικοποιημένη στις λύσεις της, πιο κουρασμένη από τις διαψεύσεις.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ρευστότητα είναι αδιάφορη. Σε συνθήκες οξυμένης κρίσης νομιμοποίησης και έρπουσας κρίσης εκπροσώπησης, η ρευστότητα συνιστά ένα ανοιχτό πεδίο. Όχι πεδίο που προσφέρει αυτόματα ευκαιρίες, αλλά πεδίο όπου μπορούν να δημιουργηθούν δυνατότητες παρέμβασης, ανασύνταξης και μετασχηματισμού — αν υπάρξει δύναμη ικανή να δουλέψει μέσα σε αυτό με διάρκεια, σχέδιο και πολιτικό προσανατολισμό.
Η ανασυγκρότηση δεν είναι ζήτημα απλής βούλησης μέσα σε ένα κενό πεδίο. Είναι ζήτημα συνάντησης ενός πολιτικού προσανατολισμού με μετατοπίσεις που ήδη συμβαίνουν: την εξάντληση του ΣΥΡΙΖΑ ως μηχανισμού απορρόφησης της προοδευτικής δυσαρέσκειας, την αδυναμία του πολιτικού συστήματος να ανασυστήσει μαζικά κόμματα όπως εκείνα της Μεταπολίτευσης, τους χαλαροί δεσμούς εκπροσώπησης με τα κόμματα ΙΧ που βασίζονται στη διαμαρτυρία, την επιμονή της ακρίβειας ως πραγματικότητα των λαϊκών τάξεων, την ορατή αποτυχία του εξευρωπαϊσμού να προσφέρει κάτι περισσότερο από στασιμότητα για τον κόσμο της δουλειάς και, πολύ περισσότερο, για τη νεολαία. Αυτές οι μετατοπίσεις δεν εγγυώνται καμία ανασυγκρότηση, αλλά την καθιστούν εφικτή με τρόπο που δεν ήταν εφικτή το 2018 ή το 2023. Μορφές προκύπτουν συνεχώς· η ίδια η ΕΛΑΣ του Τσίπρα και το κόμμα Καρυστιανού το αποδεικνύουν. Το ερώτημα είναι ποια από αυτές θα μπορέσει να μετατρέψει τις παρούσες αντικειμενικές ρωγμές σε υλικό πολιτικής και κοινωνικής συγκρότησης, με συναίσθηση ότι ο ορίζοντας αυτής της διαδικασίας δεν είναι απλά ο επόμενος εκλογικός κύκλος- εξάλλου, το παράδειγμα της Ανυπότακτης Γαλλίας του Μελανσόν, προσφέρεται για άντληση διδαγμάτων, για τις δυνατότητες πολιτικού αγώνα στο μακρό ορίζοντα, ακόμα και σε συνθήκες αλλεπάλληλων κινηματικών ηττών (αντεργατικός νόμος Ελ Κορμύ και Nuit Debut, Κίτρινα Γιλέκα, αγροτικές διαδηλώσεις, ασφαλιστικό/ συνταξιοδοτικό).
Αυτή είναι η πραγματική απάντηση και στον Στουρνάρα και στον Τσίπρα. Απέναντι στον πρώτο, χρειάζεται κοινωνική ισχύς που να αμφισβητεί την οικονομική κανονικότητα των τραπεζών, του χρέους, των πλεονασμάτων και της πιστωτικής ασφυξίας. Απέναντι στον δεύτερο, χρειάζεται πολιτική μορφή που να μην πουλά ελπίδα χωρίς σύγκρουση, αλλά να οργανώνει τους όρους μιας διαφορετικής δυνατότητας. Και απέναντι στην αποτυχία της ίδιας της Αριστεράς, χρειάζεται μια νέα σχέση κοινωνικού αγώνα και πολιτικής παρέμβασης.
Αυτή η ανασυγκρότηση έχει συγκεκριμένα πεδία.
Το πρώτο είναι ο κόσμος της εργασίας. Εδώ είναι αναγκαίο να μην υπάρχει περιορισμός σε παραδοσιακές επικλήσεις για την ανάγκη οργάνωση στο χώρο δουλειάς, αλλά ούτε και η φυγή προς διάφορες μορφές “νέου”, που έχουν αποδειχθεί άλματα στο τίποτα και αποτελούν απαντήσεις- πασπαρτού για την αντικειμενική αποκοπή της Αριστεράς από την πραγματική ζωή των λαϊκών τάξεων. Τα συνδικάτα παραμένουν αναγκαία και η οργάνωση στο χώρο δουλειά δεν μπορεί να παρακαμφθεί: εκεί παράγεται η ταξική σχέση. Όμως το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο —τουρισμός, real estate, επισφαλείς υπηρεσίες, μικρές μονάδες— κατακερματίζει τους εργασιακούς χώρους και δυσκολεύει τη συλλογική οργάνωση. Γι’ αυτό η οργάνωση του κόσμους της δουλειάς, ούτε μπορεί να ανασυγκροτηθεί αποκλειστικά με όχημα το σωματείο, ούτε να αντιμετωπίσει το σωματείο ως αποκλειστικό όχημα κινητοποίησης. Η πόλη/γειτονιά γίνονται κρίσιμα συμπληρωματικά πεδία: εκεί όπου οι λαϊκές τάξεις συναντιούνται μακριά από την άμεση πειθαρχία του εργοδότη, εκεί όπου η ζωή συμπυκνώνει την κρίση στέγης, την ακρίβεια, τη διάλυση των δημόσιων υποδομών, τη μετατροπή της πόλης σε προϊόν. Δεν πρόκειται για υποκατάστατο της εργατικής οργάνωσης, αλλά για αναγνώριση ότι η κοινωνική συνάντηση των λαϊκών τάξεων σήμερα συμβαίνει όλο και περισσότερο και έξω από τον χώρο εργασίας.Αυτό δεν σημαίνει φυγή στον αμορφισμό και στο εφήμερο. Το αντίθετο. Δημιουργία μορφών είτε με άξονα την αυτοδιοίκηση για διεκδικήσεις που αφορούν τον δημόσιο χώρο και το περιβάλλον, αλλά και την τοπική φορολογία, είτε με άξονα την διεκδίκηση διαρκείας, που αφορούν διεκδικήσεις που ξεφεύγουν από τον τοπικό ορίζοντα και αφορούν την καθημερινή ζωή: στέγη, ενέργεια, ακρίβεια στα σούπερ μάρκετ. Όχι απλά μορφές που “καταγγέλλουν και αποκαλύπτουν”, αλλά μορφές που δημιουργούν ευρύτερες δικτυώσεις, πέραν του τοπικού, και οργανώνουν με σταθερότητα τη διεκδίκηση. Μορφές που υπερβαίνουν τον συσχετισμό και την αδράνεια των μαζικών φορέων,χωρίς να τους παρακάμπτουν- αντίθετα διεκδικώντας την συμμετοχή τους σε δράσεις, πρωτοβουλίες και ακτιβισμούς. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων μορφών ήταν τα Mareas (κυμάτων) στην Ισπανία της δεκαετίας του 2010, αλλά και τα “δικά μας” κινήματα ενάντια στα διόδια ή τους πλειστηριασμούς (που ποτέ βέβαια δεν κατάφεραν να περάσουν από την τοπική δράση στη βάση ενός πολιτικού αιτήματος, στην πολιτική διεκδίκηση τους πανελλαδικά και συντονισμένα- κρίσιμη ήταν προφανώς η εκπροσώπηση και η ανάθεση στον ΣΥΡΙΖΑ και η αναμονή της εκλογικής ανατροπής).
Το δεύτερο είναι η συγκρότηση πολιτικού νεύρου ως μετώπου όσων ενδιαφέρονται για κοινό κινηματικό σχεδιασμό και εμπλουτισμό του με διεκδικήσεις που υπερβαίνουν τον άμεσο ορίζοντα. Όχι συμμαχία ιδεολογικά συγγενών δυνάμεων, αλλά διεύρυνση της κοινωνικής διεκδίκησης με πολιτική προοπτική. Συγκεκριμένα: επανεγγραφή στο σήμερα του μεταβατικού προγράμματος — μιας σειράς διεκδικήσεων που, αν διεκδικηθούν με συνέπεια, αποκαλύπτουν τα όρια του συστήματος και ωριμάζουν πολιτικά τις λαϊκές τάξεις μέσα από την ίδια την εμπειρία της μάχης. Κατάργηση των funds και των servicers με μαζικές διαγραφές χρεών, δημόσιος πιστωτικός πυλώνας, χτύπημα των ενεργειακών καρτέλ και του χρηματιστηρίου τους, με επαναφορά της ενεργειακής πολιτικής σε δημόσιο έλεγχο και με μείγμα που ανταποκρίνεται στους διαθέσιμους εγχώριους πόρους και όχι στις ανάγκες τις ΗΠΑ και της ΕΕ, κοινωνική κατοικία ως μαζικό πρόγραμμα, απεμπλοκή από πολεμικές συνεργασίες και διακοπή λειτουργία της χώρας ως μια τεράστια αμερικάνικη βάση: όλα αυτά δεν είναι απλά αιτήματα. Είναι κόμβοι όπου η διεκδίκηση συγκρούεται με τα δομικά συμφέροντα και στρατηγικές της εγχώριας αστικής τάξης και των Ευρωατλαντικών συμμάχων της
Το τρίτο είναι η συγκρότηση ενός στρατηγικού επιτελείου. Αναπόφευκτα, ένα τέτοιο επιτελείο δεν μπορεί παρά να αποτελείται από δυνάμεις κομμουνιστικής αναφοράς- εξάλλου, η ιστορία έχει αποδείξει ότι ακόμα και οι ελάχιστες μεταρρυθμίσεις δεν επιτυγχάνονται χωρίς διεκδίκηση του σοσιαλιστικού ορίζοντα και περιγραφή του δρόμου προς αυτόν, με ενδιάμεσους κόμβους, που λειτουργούν ως δίαυλοι και όχι στάσεις. Αυτό δεν συγκροτεί μαι ταυτοτική επιστροφή σε σχήματα του παρελθόντος, ούτε νοσταλγική επίκληση μιας οργανωτικής μορφής που χάθηκε. Αλλά συνιστά αναλυτική ανάγκη: απουσιάζει ο χώρος κοινής στρατηγικής σκέψης για το τι είναι ο καπιταλισμός σήμερα, πώς λειτουργεί ο ιμπεριαλισμός ως υπαρκτό σύστημα, ποιο μπορεί να είναι το περιεχόμενο μιας επαναστατικής στρατηγικής όταν η επανάσταση δεν είναι στον άμεσο ορίζοντα. Αυτός ο πυρήνας δεν μπορεί να απαιτεί πλήρη ιδεολογική ενότητα ως όρο εκκίνησης· σε συνθήκες ήττας, αυτή η απαίτηση γίνεται συχνά μηχανισμός αποκλεισμών και περιχαράκωσης. Χρειάζεται όμως κοινές αρχές, κοινή μέθοδο, κοινή στρατηγική ανάγνωση και δέσμευση σε μακρόχρονη δουλειά.
Τα τρία πεδία δεν είναι ιεραρχικά, αλλά ούτε συγκροτούνται σειριακά. Συναρθρώνονται ή αποτυγχάνουν μαζί. Η εργατική και τοπική παρέμβαση χωρίς πολιτικό νεύρο διαχέεται σε επιμέρους αγώνες χωρίς συσσώρευση. Το πολιτικό νεύρο χωρίς στρατηγικό πυρήνα γίνεται διαρκής εκφορά διεκδικήσεων χωρίς κατεύθυνση. Ο στρατηγικός πυρήνας χωρίς ρίζες στα πρώτα δύο πεδία γίνεται κλειστή ομάδα που μιλά αναμεταξύ της. Η στρατηγική κίνηση δουλεύει και τα τρία ταυτόχρονα, αναγνωρίζοντας ότι σε κάθε φάση κάποιο από αυτά θα προηγείται και θα τραβά τα άλλα.
Εδώ βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα σε κοινωνική έκφραση, κοινωνική ισχύ και πολιτική προοπτική. Η πρώτη λέει απλά «υπάρχουμε». Η δεύτερη λέει «απαιτούμε, οργανωνόμαστε, επιμένουμε». Η τρίτη μπορεί να πει «αθροίζουμε δυνάμεις, αλλάζουμε συσχετισμούς, διεκδικούμε εξουσία με πρόγραμμα». Χωρίς αυτή τη μετάβαση, η ρευστότητα θα παραμείνει πεδίο δράσης αποκλειστικά για άλλους: για τους ολιγάρχες που ανακατανέμω επιρροές, για πολιτικούς μεσάζοντες που πουλούν ελπίδα εκ του ασφαλούς, για ακροδεξιές ή αντιπολιτικές εκδοχές που μετατρέπουν την κοινωνική οργή σε μίσος χωρίς χειραφέτηση.
Το κενό δεν μένει ποτέ άδειο
Ο Στουρνάρας θα μείνει για να εγγυάται τη συνέχεια. Ο Τσίπρας επιστρέφει για να προσφέρει εκλογική διέξοδο χωρίς ρήξη με αυτή τη συνέχεια. Και η ΝΔ, ακόμη κι αν φθαρεί, ακόμη κι αν δυσκολευτεί να βγάλει αυτοδυναμία και ρίξει τον Κυριάκο στα αζήτητα, παραμένει ο κεντρικός κορμός ενός πολιτικού συστήματος που ετοιμάζεται να αλλάξει μορφή χωρίς να αλλάξει θεμέλια.
Αυτά δεν συνιστούν απλά πολιτικά και εκλογικά δεδομένα. Αποτελούν προειδοποίηση.
Το ερώτημα είναι αν η Αριστερά που άφησε να περάσει ο καιρός, θα καταλάβει επιτέλους ότι το κενό δεν γεμίζει με αυτοαναφορικά ή τρολ σχόλια στα social media, ούτε με νοσταλγίες, ούτε με καθαρές ταυτότητες και ηθικολογία. Γεμίζει όταν οι ανάγκες αποκτούν οργάνωση, οι αγώνες αποκτούν κατεύθυνση και η πολιτική ξαναγίνεται υπόθεση των πολλών — όχι απλώς διαχείριση της απογοήτευσής τους.
Αν δεν το κάνει, η ρευστότητα που έρχεται θα οργανωθεί ξανά από άλλους. Με εγγυητές από τα πάνω και πλασιέ ελπίδας από δίπλα. Και οι πολλοί θα κληθούν ακόμη μία φορά να αγοράσουν, με δόσεις, μια υπόσχεση που δεν φτιάχτηκε για να αλλάξει τη ζωή τους — μόνο που αυτή τη φορά η διάψευση δεν θα πέσει πάνω στην ορμή μιας νέας ελπίδας, αλλά πάνω στην κόπωση μιας κοινωνίας που έχει ήδη μάθει πολλές φορές να χάνει.








